Ακάθιστος Ύμνος

Ιδιαίτερη είναι η αγάπη και ξεχωριστός ο σεβασμός, με τον οποίο το σύνολο των πιστών περιβάλλει την Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου. Αγάπη και σεβασμός που πηγάζουν και εμπνέονται από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η Ακολουθία, από την εκφραστικότητα και τον πλούτο των κειμένων, από το μελωδικό ένδυμα των λόγων. Αγάπη και σεβασμός που εκδηλώνονται με την ευλαβή παρουσία και ενεργό συμμετοχή στην Ακολουθία των «πιστώς προσκυνούντων και δοξαζόντων» Χριστιανών, τα απογεύματα της Παρασκευής καθ' όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Ο Ακάθιστος ύμνος χαρακτηρίζεται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας kαι έχει σχέση όχι μόνο με την εκκλησία μας αλλά και με την εθνική πορεία του Ελληνισμού. Για πρώτη φορά εψάλη στο ναό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης για να εκφράσουν στην Υπεραγία Θεοτόκο οι Χριστιανοί την απέραντη ευγνωμοσύνη τους για τη σωτηρία της Πόλης από τους εχθρούς που την πολιορκούσαν.

Ήταν 8 Αυγούστους του 626 μ.Χ. όταν η Βασιλεύουσα διέτρεξε μεγάλο κίνδυνο, ενώ ο Ηράκλειος πολεμούσε με τους Πέρσες στο εσωτερικό τους. Τότε πολιορκήθηκε η Πόλη και από τη στεριά και από τη θάλασσα από τους Αβάρους, ενώ τον ίδιο καιρό μια περσική στρατιά έφτανε στη Χαλκηδόνα. Ο Ηράκλειτος εμπιστεύθηκε την άμυνα της Πόλης στον Πατριάρχη Σέργιο και τον Πρωθυπουργό Βώνο. Οι δύο αυτοί άξιοι αντικαταστάτες, εμψύχωσαν το λαό, που με τη βαθιά του πίστη στο Χριστό και την Παναγία, κατάφεραν όλοι μαζί να αποκρούσουν τις απανωτές επιθέσεις των εχθρών και με τη μεγάλη καταστροφή που προξένησε ο Βυζαντινός στόλος στα αβαροσλαβικά μονόξυλα, ανάγκασαν Αβάρους και Πέρσες να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν άπρακτοι. Έτσι η Πόλη σώθηκε. Οι κάτοικοι πίστεψαν ότι η ίδια η Παναγία μπήκε επικεφαλής των υπερασπιστών της Πόλης (πολλοί μάλιστα την είδαν πάνω στα τείχη) και για να της δείξουν την ευγνωμοσύνη τους, έψαλαν τον ευχαριστήριο αυτόν ύμνο όρθιοι που γι΄αυτό και ονομάσθηκε Ακάθιστος.

Ποιητής του έργου φέρεται ο τότε Πατριάρχης Σέργιος. Όμως οι γνώμες των μελετητών όχι μόνο δε συμφωνούν αλλά εμφανίζουν και μεγάλες αποκλίσεις.
Άλλοι θεωρούν δημιουργό του Ακαθίστου Ύμνου τον σύγχρονο με την πολιορκία Γεώργιο Πισίδη. Άλλοι τον ιερό Φώτιο, άλλοι τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, άλλοι το Ρωμανό το Μελωδό, άλλοι όπως ο καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκης τον Πατριάρχη Γερμανό Α!, άλλοι τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, άλλοι τον Κοσμά το Μελωδό κ.λ.π.

Ακάθιστος Ύμνος - δομή

Η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές.

Ακάθιστος Ύμνος επεκράτησε να ονομάζεται το Κοντάκιο, το οποίο ψάλλουμε προς τιμήν της Θεοτόκου, τμηματικά κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της Μ. Σαρακοστής (6 οίκοι με απόδειπνο - Χαιρετισμοί), και ολόκληρο την πέμπτη εβδομάδα (24 οίκοι). Το προοίμιο του είναι το «Τη Υπερμάχω στρατηγώ», και έχει αλφαβητική ακροστιχίδα (Α - Ω) και διπλό εφύμνιο (Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε και Αλληλούια).

«Κοντάκια» παλαιότερα λέγονταν ολόκληροι ύμνοι, ανάλογοι προς τους «Κανόνες». Η ονομασία οφείλεται μάλλον στο κοντό ξύλο επί του οποίου τύλιγαν τη μεμβράνη που περιείχε τον ύμνο.

Το πρώτο τροπάριο λεγόταν «προοίμιο» ή «κουκούλιο» και όσα ακολουθούσαν λέγονταν «οίκοι», ίσως διότι ολόκληρος ο ύμνος θεωρείτο ως σύνολο οικοδομημάτων αφιερωμένων στη μνήμη κάποιου αγίου.

Κοντάκιο λέγεται συνήθως σήμερα το πρώτο τροπάριο ενός τέτοιου ύμνου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος περιέχει προοίμιο και 24 «οίκους». Ως προοίμιο του Ύμνου ψάλλεται σήμερα το «Τη Υπερμάχω στρατηγώ», το οποίο όμως, καθώς φαίνεται, δεν είναι το αρχικό. Αντίθετα, ως γνήσιο προοίμιο φέρεται το, σήμερα, αυτόμελο απολυτίκιο «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει», που έχει αμεσότερη σχέση
με το περιεχόμενο του Ύμνου, αναφερόμενο κι αυτό στο γεγονός του Ευαγγελισμού.

Οι 24 «οίκοι» σχηματίζουν αλφαβητική ακροστιχίδα και έχουν εφύμνιο οι μεν περιττοί «Χαίρε, Νύμφη, ανύμφευτε», οι δε άρτιοι «Αλληλούια». Από αυτούς οι 12 αναφέρονται στον Κύριο και τελειώνουν με το «Αλληλούια» = Αινείται το Θεό. Οι άλλοι 12 οίκοι αναφέρονται στη Θεοτόκο και τελειώνουν με το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε». «Εφύμνιο» λέγεται η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός.

Μέσα στους 72 στίχους συναντούμε 144 χαιρετισμούς στη Θεοτόκο: «Χαίρε, της εκκλησίας ο ασάλευτος Πύργος, Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος, Χαίρε δι ης εγείρονται τρόπαια, Χαίρε, δι ης εχθροί καταπίπτουσι ...;». Από τη λέξη ΧΑΙΡΕ ονομάστηκαν και Χαιρετισμοί.

Περιεχόμενο του Ύμνου

Ο Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης :

Α) Α-Μ, που αποτελεί το ιστορικό τμήμα

Ο πρωτοστάτης άγγελος, ο Γαβριήλ, έρχεται και φέρνει το θεϊκο μηνυμα, το «χαίρε», στην Θεοτόκο (Α)
Εκείνη απορεί για τον παράδοξο τρόπο της συλλήψεως (Β) ...;
Ο Γαβριήλ της εξηγεί την απόρρητο βουλή του Θεού (Γ)
Και η δύναμις του Υψίστου επισκιάζει την απειρογαμο Παρθένο και συλλαμβάνει τον Υιό του Θεού (Δ).
Η Θεοτόκος επισκέπτεται την συγγενή της Ελισάβετ, την μέλλουσα μητέρα του Προδρόμου, και ανταλλάσσουν προφητικούς λόγους (Ε).
Ο Ιωσήφ, ο μνηστηρ της Παρθένου, ταράσσεται από την ζάλη των αμφιβόλων λογισμών, αλλά πληροφορείται από τον άγγελο το μυστήριο της συλλήψεως (Ζ).
Ο Χριστός γεννάται και οι ποιμένες προσκυνούν τον αμνό του Θεού (Η).
Ο θεοδρόμος αστέρας δειχνει τον δρομο στους μαγους της Ανατολής (Θ), αυτοι τον προσκυνούν (Ι)
Και δια άλλης οδού αναχωρούν για την Βαβυλώνα, οι θεοφοροι κηρυκες (Κ).
Στην Αίγυπτο ο φυγας Κυριος συντριβει τα είδωλα και με τον φωτισμο της αληθειας δειχνει το σκοτος του ψευδους (Λ).
Και ο Συμεών δέχεται στην αγκάλη του ως βρέφος τεσσαρακονθήμερο τον τέλειο Θεό και λαμβάνει την ποθητή απολυσι (Μ)

Β) Ν-Ω, που αποτελεί το δογματικό-θεολογικό τμήμα

Η νεα κτισις, που δημιουργεί ο Λογος του Θεού με την σαρκωση Του, δοξολογεί τον δημιουργο (Ν).
Ο παραξενος -«ο ξενος» - τοκος προτρεπει τους ανθρωπους να ξενωθούν απο τον κοσμο και να μεταθεσουν τον νού των στον ουρανο (Ξ).
Όλος ήταν στην γη ο δοξολογουμενος Λογος, αλλα και απο τον ουρανο δεν απουσιαζε (Ο).
Οι άγγελοι θαυμασαν το έργο της ενανθρωπησεως και την κοινωνια του Θεού και των ανθρωπων (Π).
Οι σοφοι και ρητορες του κοσμου έμειναν άφωνοι, μη μπορωντας νq εξηγησουν το μυστηριο του παρθενικού τοκου (Ρ).
Ο Ποιμην -Θεος γινεται προβατο -άνθρωπος θελοντας να σωσει τον κοσμο (Σ).
Η Παρθενος γwνεται φυλακτηριο τείχος των παρθενων και όλων των πιστών (Τ).
Κανεις ύμνος δεν μπορεί να πληρώσει τον φορο του χρεους στον Σαρκωθεντα Βασιλεα (Υ).
Η Θεοτοκος είναι η φωτοδοχος λαμπαδα, που μας καθοδηγει στην γνώση του Θεού (Φ).
Ο Χριστος ήρθε στο κόσμο για να του δωσει χαρη και συγχωρηση (Χ).
Η δοξολογια προς τον Υιι συνδεεται και προς την αναμνηση του έμψυχου ναού Του, της Θεοτοκου (Ψ).
Ο Ύμνος κλείνει με μία θαυμαστη αποστροφη προς την Παρθενο: «n πανυμνητε μητερ ! τεκουσα των παντων Αγιων Αγιώτατον Λογον,..»


Γιατί ψqλλεται την Μεγqλη Τεσσαρακοστu;

O Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή προφανώς εξ αιτίας ενός καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτή ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ' ορισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος ψαλλόταν πέντε ήμέρες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ' άλλα στον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού. Όταν ο Ακάθιστος συνδέθηκε με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συντέθηκε νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη υπερμάχω». Στην Υπέρμαχο Στρατηγό, η πόλη της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρη σ' αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμη να την ελευθερώνει από τους ποικίλους κινδύνους για να τη δοξολογεί κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε». Ο ύμνος ψάλλεται και πάλι σε ήχο πλ. δ΄.

Οι Χαιρετισμοί


Ο «Ακάθιστος Ύμνος» είναι βαθειά ριζωμένος με το θρησκευτικό συναίσθημα του Λαού προς την Παναγία μας, και άρρηκτα συνδεδεμένος με τη Λαογραφία. Και κάθε χρόνο αυτή την εποχή αντηχεί στους ναούς το «Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφη ειπείν τη Θεοτόκω το χαίρε». Ο Δημ. Λουκάτος αναφερόμενος στους «Χαιρετισμούς» γράφει:
Είναι η σειρά των αλλεπάλληλων «χαίρε», που απευθύνονται στην Παναγία, όλες σχεδόν τις Παρασκευές της Σαρακοστής, όπως τα διατυπώνει ποιητικότατα ο λεγόμενος «Ακάθιστος Ύμνος».
Κατά την παράδοση, ο Ακάθιστος Ύμνος πρωτοαπευθύνθηκε στη Θεοτόκο τον 7ο αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη, όταν η Πόλη σώθηκε από τους Αβάρους κι ο λαός την ευχαρίστησε με ακάθιστη ολονυχτία. Να πως το Τριώδιο (του Ε' Σαββάτου) αφηγείται τα σχετικά περιστατικά:
«Ηρακλείου του αυτοκράτορας Ρωμαίοις αρχήν διέποντας (και ενώ απουσίαζε πολεμώντας τους Πέρσες), Χαγάνος ο των Μυσών και Σκυθών αρχηγός... στίφη μυριάδων επαγόμενος... εισβάλλει εις την Κωνσταντίνου (πόλιν)... Σέργιος δε ο Πατριάρχης, πολλά τον λαόν παρεκάλει μη καταπίπτειν, αλλά πάσαν την ελπίδα εις Θεόν αναφέρειν και εις την αυτού Μητέρα...».
Έτσι έγινε η απόκρουση των Αβάρων, οπότε «ορθοστάδην Η Σαρακοστή πας ο λαός κατά τη νύκτα εκείνην, τον Ύμνον τη του Λόγου Μητρί έμελψαν».
Ο ύμνος είναι, κατά το Τριώδιο, ποίημα Σεργίου Πατριάρχου, ή Γεωργίου Πισίδου.
Φαίνεται όμως ότι οι Χαιρετισμοί, ως ύμνος προς την Παναγία, είναι παλιότεροι από τα χρόνια του Ηρακλείου. Αναφέρονται γενικότερα στον Ευαγγελισμό, στη Γέννηση του Χριστού, στην ενανθρώπισή του και στην αποθέωση της Μητέρας του, και μόνο όταν τους έψαλαν ολονύκτια, «ορθοστάδην» ως «ευχαριστήρια» για τη σωτηρία της Πόλης, οργανώθηκαν σε Ακολουθία, με την προσθήκη του «Τη Υπερμάχω», με το πλαισίωμα από τον Κανόνα του Υμνογράφου Ιωσήφ και με το όνομα «Ακάθιστος». Ενδιαφέρει κι η αγιογραφική τέχνη των 24 σκηνών του αλφαβήτου του Ύμνου αυτού.
Βασική ημέρα ολοκλήρωσης της Ακολουθίας του Ακάθιστου είναι η Παρασκευή της Ε' εβδομάδος των Νηστειών (παραμονή του εορταστικού Σαββάτου), οπότε ψάλλονται οι Εικοσιτέσσαρες Οίκοι. Καθιερώθηκε όμως οι οίκοι αυτοί να πρωτοψάλλονται σε δόσεις, στις τέσσαρες πρώτες Παρασκευές της Σαρακοστής (από 6 την κάθε φορά) κι ύστερα να λέγονται όλοι μαζί. Ο λαός τους ονομάζει «Χαιρετισμούς της Παναγίας», από τα επαναλαμβανόμενα «Χαίρε» ή τους λέει «Εικοσιτέσσαρες ήχους», επειδή δεν κατανοεί το «οίκους». (Στην Καππαδοκία τους έλεγαν «της Παναγίας τα γράμματα»).
Είναι από τις δημοφιλέστερες βραδινές ακολουθίες της Εκκλησίας μας, γιατί, εκτός από τη χαρούμενη ποίηση και την πολυφωνική ψαλτική των τροπαρίων τους (ο λαός δείχνει πάντα προτίμηση στο εναρμόνιο μέλος), πέφτουν μέσα στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα των ελληνικών δειλινών. Στα απόμερα -με δύσκολες κοινωνικές χαρές- χωριά μας (καθώς και στα γραφικά Μοναστήρια), αλλά και στις συνοικιακές ενορίες των πόλεων, οι εκκλησιασμοί των Χαιρετισμών έχουν μαζί θρησκευτικόν και ειδυλλιακό χαρακτήρα. Άφθονα την εποχή αυτή τα λουλούδια κι η μοσχοβολιά τους.
Ακούονται τότε εκεί πιο ευχάριστα τα ρυθμικά (τραγουδιστά) τροπάρια του Κανόνα, το γνωστό κοντάκιο «τη Υπερμάχω» και οι ζευγαρωτοί στίχοι των Χαιρετισμών.
Εντυπωσιάζει πάντα τον λαό μας αυτή η αντιζυγία των στίχων του Ακάθιστου, με τις ποιητικές μεταφορές και τα αντίστοιχα ομοιοκατάληκτα «χαίρε».
«Χαίρε δι' ης νεουργείται η Κτίσις, χαίρε δι' ης βρεφουργείται ο Κτίστης, χαίρε νύμφη ανύμφευτε...»
Τον εντυπωσίασε όμως περισσότερο η αλφαβητική πορεία των «ήχων» και των
στροφών, που την εμιμήθηκε και στα δικά του δημιουργήματα: στους ποιητικούς «αλφάβητους» της αγάπης, της συμβουλής (ηθοπλαστικούς) ή και της πρακτικής γνωσεολογίας του (Α-αρχή του κόσμου κ.τ.λ.).
Στη νεοελληνική παροιμιολογία, πολλές φράσεις και παροιμίες χρησιμοποιούνται, παρμένες από τα κείμενα των τροπαριών και των ύμνων του Ακάθιστου: «Εξίσταμαι και ίσταμαι», «Χαίρε βάθος αμέτρητον», «Απορώ και εξίσταμαι», «Η γη της επαγγελίας», «Μέλι και γάλα», «άκουσμα και λάλημα», «εφθάσαμε στο άφθαστο», «ομοίω γαρ το όμοιον» κ.ά. Από το ίδιο το όνομα του Ύμνου, «Χαιρετισμοί» ή «Ακάθιστος», ο λαός εσυνήθισε να διατυπώνει φράσεις περιστατικές, όπως π.χ. «Ήρθε να μας ψάλλει τους Χαιρετισμούς!» (δηλ. να μας πολυλογήσει ή κολακέψει). «Στάθηκε από πάνω μου σαν άγγελος πρωτοστάτης!» (αιφνιδιαστικά ή απαιτητικά) και, ακόμα πιο παραστατικά: «Έχει τον Ακάθιστο!» δηλ. είναι νευρικός και αεικίνητος· δεν μπορεί να κάτσει σε καρέκλα.
Σημειώνω ότι και η τιμώμενη Παναγία ονομάζεται από τον λαό «Ακαθή» ή: η «Ακάθιστος».


Αναδημοσίευση από την εβδομαδιαία εφημερίδα της Μεσσηνίας
«Μεσσηνιακός Λόγος». Αριθμός φύλλου 668/ Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008.