Τι φταις αλήθεια. Κανείς δε σου 'μαθε το δρόμο για το "εμείς".


Τι φταις αλήθεια.
Κανείς δε σου 'μαθε το δρόμο για το "εμείς".
Και το χειρότερο, κανένας δε σε εκπαίδευσε να επενδύεις στο "εγώ".
Σαν επαίτης εκλιπαρείς μπροστά στην πόρτα του "εσείς".
Έσπασες αμέτρητες φορές τα μούτρα σου, προσπαθώντας ανάμεσα σε σκοτάδια ν' ανακαλύψεις το "εσύ".
Σ' έπιασε πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του "αυτοί".
Και στην απελπισία, στο χαμό σου, φώναζε "Αυτός! Αυτός!"
Κι έπιασες ένα πιστόλι, να πολεμάς.
Τι φταις!


ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ - «Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή»
Εκδόσεις: ΚΑΛΕΝΤΗΣ  2004

Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά...


Είναι κάτι νύχτες, που τ' αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,
να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη,
ούτ' ένα λουλουδάκι. Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
«Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;»
Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.


ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ - «Στον ίσκιο των πουλιών»
Εκδόσεις: ΚΑΛΕΝΤΗΣ - 2003

Ήταν η μικρή αράχνη που στήριζε μια μεταξωτή κλωστή σ' ένα φύλλο του γιασεμιού


Ήταν η μικρή αράχνη που στήριζε μια μεταξωτή κλωστή σ' ένα φύλλο του γιασεμιού κι ύστερα κρεμότανε πάνω της και νανούριζε τους πόθους της.
Ήταν η ανόητη σαύρα που κρύφτηκε στη ρίζα του αλεξανδρινού, γιατί φοβήθηκε τη σκιά της ερημιάς.
Ήταν η φτερούγα από το όνειρο του Σέβη που καρφώθηκε σαν το σουγιά σε μια γινωμένη ρόγα σταφυλιού.
Ήταν ο αναστεναγμός από τον ξεσταχιασμένο έρωτα του Σούλια που έκανε τις πέτρινες βρύσες να ιδρώνουν.
Ήταν οι κόμποι από το φαρμάκι στην ψυχή της Σιδερίας που έσταζαν πάνω στα κυκλάμινα και τα ξέραιναν.
Ήταν η αναπνοή του Λέου που τρεμόπαιζε στα φτερά της άσπρης πεταλούδας και δεν την άφηνε να αποκοιμηθεί.
Ήταν η αγάπη της Δαμάσκας που άνοιγε τα μπουμπούκια της μπιγκόνιας.
Ήταν όλ' αυτά ανακατωμένα. Ποιος μπορούσε να τα ξεχωρίσει... Και προς τι;


ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ «Αμάν, αμάν»
Εκδόσεις: ΚΑΛΕΝΤΗΣ -  1995

Το ταξίδι που λέγαμε ...


Είναι άνοιξη! Απόβραδο.
Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να κουβαλήσει τόση ομορφιά.
Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι.
Φουσκώνουν οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν οι σπόροι μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει αρκετό νερό να ποτιστούν.
Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες φωλιές για να κρυφτούν.
Όταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το 'κανα.
Λυπήθηκα τ' αδέσποτα, που διψούσαν.
Τώρα... Τώρα, πώς να φυτρώσουν οι βολβοί; Πως να ποτιστούν τα όνειρα...
Παρ' όλα αυτά, δεν λέω πως δεν βρίσκω κάποιες λύσεις. Πάντα υπάρχει ένα ξεχασμένο, άδειο κονσερβοκούτι στην ψυχή μου. Με φτάνει για να φυτέψω ένα λουλούδι, εποχιακό.
-Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο πλάσμα επί της γης, που να υπηρετεί και να λατρεύει τόσο το εφήμερο όσο εσύ! μου είπε κάποτε ένας εραστής μου.
- Αμέ Υπάρχει. Οι πεταλούδες! του απάντησα.

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ «Το ταξίδι που λέγαμε...»
Εκδόσεις: ΚΑΛΕΝΤΗΣ - 2007

Φάλτσο η πορεία φίλε τελικά.


Φάλτσο η πορεία φίλε τελικά.
Κι ούτε που προλάβαμε να ανοιχτούμε στους μεγαλους ωκεανούς
Τίποτα δεν ανακαλύψαμε σπουδαίο σε αυτό το ταξίδι
Η αίσθηση μονάχα πως τα λιμάνια ήταν μακριά
Η βεβαιότητα μονάχα πως τα δελφίνια χόρευαν για μας
"Φάλτσο η πορεία"!! Κανείς δεν αμφιβάλλει πια
Ομως....Υπάρχουν πάντα κάποια δειλινά , όταν ο ήλιος
σκορπιέται και χαρίζεται στα κύμματα , όταν ο Θεός
χωράει σε ένα μικρό ροδί συννεφάκι , που εμείς , καθισμένοι
στην κουβέρτα, πάιρνουμε τη κιθάρα μας και τραγουδάμε.
Οχι δεν είμαστε πικραμένοι.
Ναυαγοί είμαστε σε μια απέραντη νοσταλγία .
Τραγουδάμε για τη ψυχή μας , που νομίσαμε πως τη κάναμε σημαία της γης
Για τα ξύλινα αλογάκια και τις καραμούζες μας που ξεκινησαμε
να κατατροπώσουμε τον εχθρό.
Για τις αφίσες με τα ουράνια τόξα που δεν κολλήσαμε
Για το παραμύθι που δεν είπαμε
Για τον κόσμο που δεν χώρεσε στ όνειρό μας
Για τον πολικό αστέρα που μας πρόδωσε
Τραγουδάμε για την αγάπη που δε γνωρίσαμε
Για τον έρωτα που κρεμάσαμε φεύγοντας στα κλαδιά
της γιασεμιάς ( αραγε υπάρχει πάντα αυτή η γιασεμιά
Για το χάδι που αψηφήσαμε
Για την ανθοδέσμη που δε στείλαμε στη μάνα μας
Για την ανατροπή που ξεκινήσαμε , τρώγοντας
μπισκότα με γέμιση σοκολάτας.
Για τα κοχύλια που μαζέψαμε και δε μοιράσαμε
Τραγουδάμε για τη νίκη που δε γιορτάσαμε
Για την ήττα που δεν υπογράψαμε
Για τους φίλους που μας έδωσαν
Τραγουδάμε για μας.Για το βίτσιο μας.Για το φάλτσο μας.
Αυτό εννοούν , όταν ακούτε να λένε,
"τους έμεινε μόνο η ροκιά" .


~ Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή ~ Αλκυόνη Παπαδάκη

Το χρώμα του φεγγαριού


" ... Αν δεν κτυπούσανε τα κύματα εκείνους τους βράχους στ' ακροθαλάσσι, δε θα καμάρωνες το σχήμα τους. Έτσι δεν είναι; Στοιχίζει ακριβά η πείρα, αγόρι μου. Στοιχίζει πανάκριβα η σοφία της ψυχής. Γιατί η σοφία του μυαλού είναι άλλο πράμα. Την αποκτά κανείς με τη γνώση. Τούτη δω που σου λέω, η σοφία της ψυχής, αποκτιέται μόνο με πόνο. Κάποιες στιγμές αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο. Δεν ξέρω. Άντε βάλε τσίπουρο. Σαν το νερό πάει το άτιμο ...; Κάποτε πίστεψα κι εγώ όπως πολλοί άλλοι, πως θα' φτιαχνα από την αρχή τον κόσμο. Τα' δωσα όλα. Δεν κράτησα ουτ' ένα ψίχουλο για τον εαυτό μου. Γιατί έτσι είμαι γω, π' ανάθεμά με. Ή αδειάζω το ποτήρι μου ή δεν το λερώνω καθόλου. Δεν έγινε τίποτα. Ο κόσμος στο χειρότερο πάει. Και ξέρεις ποιό είναι το παράξενο; Δεν αισθάνομαι χαμένος. Προδομένος. Προσωπική υπόθεση, φίλε, η δικαίωση. Καθένας χαράσσει με το σουγιαδάκι του ένα σήμα στο δέντρο της ζωής. Είναι μερικοί, που χαράσσοντας αυτό το σήμα, τους ξεφεύγει το μαχαίρι και πληγώνονται. Είναι γιατί ήταν πολύ παθιασμένοι εκείνη τη στιγμή. Είναι γιατί τρέμανε τα χέρια τους από τα πολλά όνειρα. Είναι γιατί τα μάτια τους είχαν θαμπωθεί από την ομορφιά του κόσμου. Ε! Δεν έπαψε η γή να γυρίζει,ε; ...;"

Το χρώμα του φεγγαριού - Αλκυόνη Παπαδάκη

Βιογραφικό της ιδίας
Γεννήθηκα στο Νιο Χωριό, πολύ κοντά στα Χανιά. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος. Η μάνα μου ονειροπόλα ...; Όσο ήμουνα παιδί, η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες έως τραγικές καταστάσεις. Έτσι, αναγκάστηκα να ψάχνω από τότε τα μονοπάτια της φυγής. Εκείνη την εποχή μιλούσα με τα δέντρα, τις κάργιες που φώλιαζαν στα κυπαρίσσια του κήπου μας, τους κήπους και τις πέτρες. Μου άρεσε, ακόμη, να φέρνω στο μυαλό μου διάφορες λέξεις και ν' ανακαλύπτω το χρώμα και τη μυρουδιά τους.

Τελείωσα τη Γαλλική Σχολή κι ύστερα ήρθα στην Αθήνα με το όνειρο να αλλάξω τον κόσμο. Αρχισα τις επαναστάσεις και τις ανατροπές και το μόνο που κατάφερα ήταν να σπάω συνεχώς τα μούτρα μου. Ευτυχώς που όλα έγιναν όπως ακριβώς έγιναν. Χαλάλι. Είδα, έμαθα κι ένιωσα τόσα πολλά.

Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα να αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει, θ' αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς το παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, επανάσταση είναι να 'χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά' να επιμένεις, ν' αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου.
Όσο για το γράψιμο, έγραφα από παιδί. Το πρώτο μου γραφτό ήταν ένα ραβασάκι στο Θεό. Η αλήθεια είναι πως, όταν μεγάλωσα αρκετά, έκανα φιλότιμες προσπάθειες να μην μπλεχτώ στα γρανάζια της λογοτεχνίας. Φοβόμουνα μήπως κάποια μέρα αυτή η ιστορία με καπελώσει. Μάταιος κόπος! Φαίνεται πως μερικοί γεννιούνται με τούτη της περίεργη διαστροφή στο κεφαλάκι τους. Τουλάχιστον με παρηγορεί το γεγονός, πως το καπέλο μου δε μού 'κρυψε ποτέ τα μάτια και τα αφτιά μου.