Ο «Ακάθιστος Ύμνος» είναι βαθειά ριζωμένος με το θρησκευτικό συναίσθημα του Λαού προς την Παναγία μας, και άρρηκτα συνδεδεμένος με τη Λαογραφία. Και κάθε χρόνο αυτή την εποχή αντηχεί στους ναούς το «Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφη ειπείν τη Θεοτόκω το χαίρε». Ο Δημ. Λουκάτος αναφερόμενος στους «Χαιρετισμούς» γράφει:
Είναι η σειρά των αλλεπάλληλων «χαίρε», που απευθύνονται στην Παναγία, όλες σχεδόν τις Παρασκευές της Σαρακοστής, όπως τα διατυπώνει ποιητικότατα ο λεγόμενος «Ακάθιστος Ύμνος».
Κατά την παράδοση, ο Ακάθιστος Ύμνος πρωτοαπευθύνθηκε στη Θεοτόκο τον 7ο αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη, όταν η Πόλη σώθηκε από τους Αβάρους κι ο λαός την ευχαρίστησε με ακάθιστη ολονυχτία. Να πως το Τριώδιο (του Ε' Σαββάτου) αφηγείται τα σχετικά περιστατικά:
«Ηρακλείου του αυτοκράτορας Ρωμαίοις αρχήν διέποντας (και ενώ απουσίαζε πολεμώντας τους Πέρσες), Χαγάνος ο των Μυσών και Σκυθών αρχηγός... στίφη μυριάδων επαγόμενος... εισβάλλει εις την Κωνσταντίνου (πόλιν)... Σέργιος δε ο Πατριάρχης, πολλά τον λαόν παρεκάλει μη καταπίπτειν, αλλά πάσαν την ελπίδα εις Θεόν αναφέρειν και εις την αυτού Μητέρα...».
Έτσι έγινε η απόκρουση των Αβάρων, οπότε «ορθοστάδην Η Σαρακοστή πας ο λαός κατά τη νύκτα εκείνην, τον Ύμνον τη του Λόγου Μητρί έμελψαν».
Ο ύμνος είναι, κατά το Τριώδιο, ποίημα Σεργίου Πατριάρχου, ή Γεωργίου Πισίδου.
Φαίνεται όμως ότι οι Χαιρετισμοί, ως ύμνος προς την Παναγία, είναι παλιότεροι από τα χρόνια του Ηρακλείου. Αναφέρονται γενικότερα στον Ευαγγελισμό, στη Γέννηση του Χριστού, στην ενανθρώπισή του και στην αποθέωση της Μητέρας του, και μόνο όταν τους έψαλαν ολονύκτια, «ορθοστάδην» ως «ευχαριστήρια» για τη σωτηρία της Πόλης, οργανώθηκαν σε Ακολουθία, με την προσθήκη του «Τη Υπερμάχω», με το πλαισίωμα από τον Κανόνα του Υμνογράφου Ιωσήφ και με το όνομα «Ακάθιστος». Ενδιαφέρει κι η αγιογραφική τέχνη των 24 σκηνών του αλφαβήτου του Ύμνου αυτού.
Βασική ημέρα ολοκλήρωσης της Ακολουθίας του Ακάθιστου είναι η Παρασκευή της Ε' εβδομάδος των Νηστειών (παραμονή του εορταστικού Σαββάτου), οπότε ψάλλονται οι Εικοσιτέσσαρες Οίκοι. Καθιερώθηκε όμως οι οίκοι αυτοί να πρωτοψάλλονται σε δόσεις, στις τέσσαρες πρώτες Παρασκευές της Σαρακοστής (από 6 την κάθε φορά) κι ύστερα να λέγονται όλοι μαζί. Ο λαός τους ονομάζει «Χαιρετισμούς της Παναγίας», από τα επαναλαμβανόμενα «Χαίρε» ή τους λέει «Εικοσιτέσσαρες ήχους», επειδή δεν κατανοεί το «οίκους». (Στην Καππαδοκία τους έλεγαν «της Παναγίας τα γράμματα»).
Είναι από τις δημοφιλέστερες βραδινές ακολουθίες της Εκκλησίας μας, γιατί, εκτός από τη χαρούμενη ποίηση και την πολυφωνική ψαλτική των τροπαρίων τους (ο λαός δείχνει πάντα προτίμηση στο εναρμόνιο μέλος), πέφτουν μέσα στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα των ελληνικών δειλινών. Στα απόμερα -με δύσκολες κοινωνικές χαρές- χωριά μας (καθώς και στα γραφικά Μοναστήρια), αλλά και στις συνοικιακές ενορίες των πόλεων, οι εκκλησιασμοί των Χαιρετισμών έχουν μαζί θρησκευτικόν και ειδυλλιακό χαρακτήρα. Άφθονα την εποχή αυτή τα λουλούδια κι η μοσχοβολιά τους.
Ακούονται τότε εκεί πιο ευχάριστα τα ρυθμικά (τραγουδιστά) τροπάρια του Κανόνα, το γνωστό κοντάκιο «τη Υπερμάχω» και οι ζευγαρωτοί στίχοι των Χαιρετισμών.
Εντυπωσιάζει πάντα τον λαό μας αυτή η αντιζυγία των στίχων του Ακάθιστου, με τις ποιητικές μεταφορές και τα αντίστοιχα ομοιοκατάληκτα «χαίρε».
«Χαίρε δι' ης νεουργείται η Κτίσις, χαίρε δι' ης βρεφουργείται ο Κτίστης, χαίρε νύμφη ανύμφευτε...»
Τον εντυπωσίασε όμως περισσότερο η αλφαβητική πορεία των «ήχων» και των
στροφών, που την εμιμήθηκε και στα δικά του δημιουργήματα: στους ποιητικούς «αλφάβητους» της αγάπης, της συμβουλής (ηθοπλαστικούς) ή και της πρακτικής γνωσεολογίας του (Α-αρχή του κόσμου κ.τ.λ.).
Στη νεοελληνική παροιμιολογία, πολλές φράσεις και παροιμίες χρησιμοποιούνται, παρμένες από τα κείμενα των τροπαριών και των ύμνων του Ακάθιστου: «Εξίσταμαι και ίσταμαι», «Χαίρε βάθος αμέτρητον», «Απορώ και εξίσταμαι», «Η γη της επαγγελίας», «Μέλι και γάλα», «άκουσμα και λάλημα», «εφθάσαμε στο άφθαστο», «ομοίω γαρ το όμοιον» κ.ά. Από το ίδιο το όνομα του Ύμνου, «Χαιρετισμοί» ή «Ακάθιστος», ο λαός εσυνήθισε να διατυπώνει φράσεις περιστατικές, όπως π.χ. «Ήρθε να μας ψάλλει τους Χαιρετισμούς!» (δηλ. να μας πολυλογήσει ή κολακέψει). «Στάθηκε από πάνω μου σαν άγγελος πρωτοστάτης!» (αιφνιδιαστικά ή απαιτητικά) και, ακόμα πιο παραστατικά: «Έχει τον Ακάθιστο!» δηλ. είναι νευρικός και αεικίνητος· δεν μπορεί να κάτσει σε καρέκλα.
Σημειώνω ότι και η τιμώμενη Παναγία ονομάζεται από τον λαό «Ακαθή» ή: η «Ακάθιστος».
Αναδημοσίευση από την εβδομαδιαία εφημερίδα της Μεσσηνίας
«Μεσσηνιακός Λόγος». Αριθμός φύλλου 668/ Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008.