Κάντε έρωτα όχι πόλεμο

Vancouver-riot-kiss-coupl-007.jpg

Ο έρωτας είναι τυφλός τόσο τυφλός που δεν κοιτά τι γίνεται γύρω του ή απλά κοιτά και τα αψηφά. Στους δρόμους του Βανκούβερ όπου γέμισε με αστυνομικούς λόγω ταραχών, μια φωτογραφία "διαφορετική" από όλες τις άλλες τράβηξε όλα τα βλέμματα
 
Κλομπ, δακρυγόνα, ξύλο...τίποτα δεν τους πτόησε πάρα το χάος που επικρατούσε στους δρόμους στο Βανκούβερ μετά την ήττα των Vancouver Canucks με 4-0 από τους Boston Bruins για το Stanley Cup στο πρωτάθλημα χόκεϊ επί πάγου
Στη φωτογραφία που έχει κάνει το γύρω του διαδικτύου βλέπουμε ένα ζευγάρι που έχει πέσει στο δρόμο και φιλιέται με πάθος.
Ο φωτογράφος Rich Lam ήταν ένας από αυτούς που κάλυπτε τα εκτενή επεισόδια όταν είδε τους δυο νεαρούς να κάθονται στον άδειο δρόμο και να φιλιούνται. "Ήταν ένα πλήρες χάος. Στην περιοχή είχαν σπάσει δυο αυτοκίνητα και τους είχαν βάλει φωτιά ενώ διάφοροι πλιατσικολόγοι είχαν σπάσει ένα πολυκατάστημα" και προσθέτει "Σε εκείνο το σημείο η ομάδες καταστολής της αστυνομίας έτρεχαν από εδώ και από εκεί. Αφού σταμάτησαν να τρέχουν είδα το ζευγάρι στο δρόμο"
Οι εξαγριωμένοι οπαδοί άρχισαν να αναποδογυρίζουν αυτοκίνητα, να βάζουν φωτιές και να σπάνε βιτρίνες καταστημάτων ενώ γρήγορα ξεκίνησαν οι αντεγκλήσεις και, τελικά, οι συμπλοκές με την αστυνομία.
Οι ταραχές και οι λεηλασίες έγιναν σε ακτίνα δέκα τετραγώνων από την περιοχή με τα περισσότερα καταστήματα. Εικόνες έδειχναν ακόμη και νεαρές κοπέλες να συμμετέχουν, εφορμώντας σε μαγαζιά ρούχων και μακιγιάζ και αφαιρώντας ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν.

Το πείραμα με το βιολιστή στο μετρό

Το πείραμα με το βιολιστή στο μετρό


Κάποιο κρύο πρωινό του Ιανουαρίου του 2007, ένας άντρας κάθησε σε ένα κεντρικό σταθμό του μετρό, δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών και ξεκίνησε να παίζει το βιολί του. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους.

Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός. Πιο πολύ από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα τρίχρονο αγόρι που ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του τον τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι -χωρίς καμία εξαίρεση- τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν -έστω και για λίγο- μόνο 6 άνθρωποι, σε σύνολο περίπου χιλίων. Περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα του βηματισμού τους. Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολάρια.

Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση, εκτός από μία γυναίκα. Αυτό που δεν ήξερε κανείς, ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell (Τζόσουα Μπελ), ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius (Στραντιβάριους) αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστώνης και η τιμή ενός «φθηνού» εισιτηρίου ήταν 100 δολάρια.

Ο Bell αμoίβεται με περίπου 1000 δολάρια το λεπτό! Το συγκεκριμένο πείραμα, δηλαδή το να παίξει ο Joshua Bell στο σταθμό του μετρό incognito, οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης, περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;».