Χωρίς αποκλίσεις το Θέατρο Σκιών θα καταλήξει στο μουσείο

Χωρίς αποκλίσεις το Θέατρο Σκιών θα καταλήξει στο μουσείο

Ο Καραγκιόζης σατίριζε πάντα τα κακώς κείμενα της εποχής του, λέει ο Τάσος Κώνστας, επίσημος διάδοχος του Ευγένιου Σπαθάρη «Το πρώτο ερέθισμα βρέθηκε στο δημοτικό σε ένα μάθημα καλλιτεχνικών. Κάναμε ξυλοκοπτική και τα σχήματα που είχα βρει ήταν φιγούρες του Καραγκιόζη. Την ίδια περίοδο βλέπω για πρώτη φορά ζωντανά παράσταση θεάτρου σκιών και μαγεύομαι. Αυτό είναι. Από τότε ξεκινάει ένα παιχνίδι». Βρίσκομαι στις «Φιγούρες και Κούκλες», το ζεστό, φιλόξενο θεατράκι στην Πλάκα, αποκλειστικά αφιερωμένο στο θέατρο σκιών και το κουκλοθέατρο. Κόκκινες κουρτίνες σκεπάζουν τα μικροσκοπικά παράθυρα, φιγούρες του Καραγκιόζη παντού, ο μπερντές άδειος περιμένει πότε θα ξεκινήσει η επόμενη παράσταση. Ο Τάσος Κώνστας κάθεται απέναντί μου. Από τα πρώτα λεπτά με έχει συνεπάρει. Η αγάπη του, ο ενθουσιασμός του, το μεράκι με το οποίο υπηρετεί εδώ και χρόνια την τέχνη του καραγκιοζοπαίκτη. Ο ίδιος ο Ευγένιος Σπαθάρης τον έχει χρίσει επισήμως διάδοχό του. Μου μιλάει για τον Καραγκιόζη. Εδώ και χρόνια τον περιφρονούσα αν και κατά βάθος ήξερα πως έκανα λάθος. Στην πραγματικότητα αγνοούσα τα πάντα γι' αυτόν.
Πότε ξεκινήσατε ν' ασχολείστε με το Θέατρο Σκιών;
Από πιτσιρίκι. Το συγγενικό περιβάλλον έφαγε μεγάλη καταπίεση! Επρεπε να βρω κοινό. Αργότερα επεκτάθηκα. Είχε μια αλάνα στη γειτονιά και έβγαινα εκεί και έπαιζα.
Μεγαλώσαμε μαζί με τον Καραγκιόζη. Πέρασαν τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας (όπου εκεί ζω ασκητικά στο δωμάτιό μου που το έχω μετατρέψει σε εργαστήρι)... Θυμάμαι τη φοβερή λαχτάρα να τρέξω να βρω παραστάσεις. Και τότε τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα απ' ό,τι σήμερα, δεν υπήρχαν πολλά θέατρα. Μια φορά, το '81, έφυγα σκαστός από το σχολείο για να έρθω στην Πλάκα που ήταν το θέατρο του Χαρίδημου. Πέρασε και μια περίοδος συμβιβασμού όταν ετοιμαζόμουν για εξετάσεις και όλα αυτά έκλεισαν. Και είναι λογικό γιατί ποιος γονιός θα άκουγε το παιδί του να λέει ότι θέλει να γίνει καραγκιοζοπαίκτης και θα του έλεγε "ναι"; Προσπάθησα κι εγώ να αποπροσανατολίσω τον εαυτό μου γιατί έβλεπα μεγαλώνοντας ότι οι ανησυχίες που υπήρχαν δεν ήταν αβάσιμες. Σπούδασα δημοσιογραφία, αλλά δεν με άφησε τούτος εδώ. Με τράβαγε. Κρυφά έτρεχα μετά τη σχολή για να παρακολουθήσω παραστάσεις Καραγκιόζη και από την άλλη δεν μπορούσα να ξανανοίξω το εργαστήρι στο σπίτι. Τέλειωσα τη σχολή της δημοσιογραφίας και έδωσα εξετάσεις για να μπω σε δραματική σχολή. Εκεί ήταν η χαριστική βολή. Στο πρώτο έτος είπα «τέρμα, εγώ κάνω αυτό». Ηταν και κάποια περίοδος στη ζωή μου που βρέθηκα αντιμέτωπος με δυσάρεστα πράγματα και εκεί ήρθε και με έσωσε ο φίλος. Επεσα με τα μούτρα πάνω του και ηρέμησα.
Δίπλα στου Χαρίδημου
Τότε δημιουργήθηκαν οι «Φιγούρες και Κούκλες»;
Ναι. Τελειώνοντας στο τρίτο έτος της σχολής έχω βρει τον χώρο που είμαστε εδώ (λίγα μέτρα μακριά από εκεί που είχα πρωτοδεί Καραγκιόζη, στο θεατράκι του Χαρίδημου!). Γιατί το είχα πάρει απόφαση πως ή θα το κάνω με τον τρόπο που θέλω και πιστεύω ή θα το αφήσω για χόμπι. Εβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Ηταν το 1999 όταν είπα στον εαυτό μου ότι, αφού βρέθηκε ο χώρος, πάμε στα βαθιά. Γιατί πραγματικά είναι δύσκολο. Το να συντηρήσεις ένα μόνιμο χώρο θεάτρου σκιών (ο οποίος λειτουργεί τον μισό χρόνο χωρίς καμιά στήριξη από πουθενά παρά μόνο από το εισιτήριο των θεατών...). Με τη συνεργάτιδά μου Αλεξία Αλεξίου, η οποία έχει τη δική της ομάδα εδώ και χρόνια είπαμε ότι θα φτιάξουμε ένα στέκι για τον Καραγκιόζη και την κούκλα στην Αθήνα. Γι' αυτό και η επωνυμία Φιγούρες και Κούκλες.
Με ποιους τρόπους έχετε φέρει το θέατρο σκιών κοντά στο σημερινό κοινό;
Επαγγελματικά είχα ξεκινήσει να παίζω από το 1996. Σε βραδινούς χώρους γιατί όπως και κάποιοι άλλοι συνάδελφοι της γενιάς μου προσπαθήσαμε να βάλουμε τον Καραγκιόζη να αποκτήσει το κοινό που είχε παλιά. Ο Καραγκιόζης ήταν ένα οικογενειακό θέατρο. Πέρασε μια περίοδος της καλλιτεχνικής του πορείας που πήρε την ετικέτα του παιδικού θεάματος. Αυτό μάλλον έγινε λόγω των συνθηκών για βιοπορισμό των καραγκιοζοπαικτών και πράγματι είναι ένα πολύ εκπαιδευτικό εργαλείο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Θέλαμε να πάμε τον Καραγκιόζη στους συνομηλίκους μας. Κι έτσι άρχισε ο Καραγκιόζης να μπαίνει σε βραδινά στέκια, μπαράκια, μεζεδοπωλεία, ρεμπετάδικα. Με παραστάσεις κοινωνικοπολιτικής σάτιρας για μεγάλους. Εβλεπα τα δελτία ειδήσεων το βράδυ και διάβαζα τις εφημερίδες το πρωί, επέλεγα τι με ενδιέφερε και το βράδυ στον μπερντέ κατ' ευθείαν.
Ο Καραγκιόζης ανέκαθεν ήταν ένας σατιρικός χαρακτήρας. Σατίριζε τα κακώς κείμενα της εποχής του. Σήμερα το «πεινάω» και το «είμαι ξυπόλητος» είναι καταστάσεις που δεν διανοούνται τα σημερινά παιδιά, γιατί δεν τις έχουν βιώσει. Πρέπει να βρεις ερεθίσματα και κώδικες επικοινωνίας τού σήμερα χωρίς όμως να χάσεις τον παραδοσιακό καμβά, γιατί μιλάμε πάντα για ένα λαϊκό παραδοσιακό θέατρο. Αλλιώς παίζεις όταν απευθύνεσαι σε παιδιά, αλλιώς όταν παίζεις σε ενήλικες, αλλιώς σε ένα μεικτό κοινό. Τρεις γενιές διασκεδάζουν με το ίδιο θέαμα. Θα κάνεις κάποιες αποκλίσεις γιατί εάν κρατήσεις τον παραδοσιακό τρόπο δεν θα μείνει το ενδιαφέρον αμείωτο, θα γίνει ένα μουσειακό είδος.



Πηγή: εφημερίδα Καθημερινή Της Σαντρας Βουλγαρη

Φιγούρες του ελληνικού Θεάτρου Σκιών

Φιγούρες του ελληνικού Θεάτρου Σκιών

Ο Καραγκιόζης: Είναι ο ιδανικός τύπος του φτωχού Έλληνα, του τόσο φτωχού που έχει πια απαρνηθεί κάθε ιδιωτική φροντίδα κι έχει εξυψωθεί σε εύθυμη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής. Είναι αγαθός, σκληρός καμιά φορά στ'αστεία του, αλλά καλόκαρδος στο βάθος. Γεμάτος τεμπελιά και αισιοδοξία, αλλά και γεμάτος διάθεση ν'ανακατεύεται σε όλα. Τον ενδιαφέρει κάθε τι που γίνεται γύρω του, όλους τους πειράζει και τους κοροϊδεύει και
προ πάντων τον ίδιο τον εαυτό του. Το χέρι του είναι εξαιρετικά ευκίνητο και υπερβολικά μακρύ, για σκηνικούς λόγους, για να μπορεί να ξύνει την πλάτη του και το κεφάλι του ή για να χειρονομεί. Επίσης έχει συμβολική σημασία γιατί εκπροσωπεί το έξυπνο πνεύμα του. Καρπαζώνει προθυμότατα, δέρνει αλλά και δέρνεται. Είναι ευφυολόγος, ετοιμόλογος και αστείος, ποτέ όμως γελοίος. Δεν είναι ταπεινός, ούτε όταν δέρνεται. Το δέχεται κι αυτό σαν μια κακοτυχία του και σαν συνέπεια της κακοκεφαλιάς του, με την ίδια εύθυμη εγκαρτέρηση και το ίδιο ειρωνικό του κέφι.
 
Ο Χατζηαβάτης: Ο τύπος του ραγιά που ζει ακόμα με την ανάμνηση της τουρκοκρατίας. Παμπόνηρος, ανήσυχος για όλα, αδύνατος, δειλός και κόλακας, κυρίως απέναντι στους ισχυρούς. Προσποιείται τον μισοκακόμοιρο ενώ ο νους του δουλεύει και ειδικά στις βρομοδουλειές. Από την άλλη πλευρά, εκπροσωπεί τον τύπο του βιοπαλαιστή αστού. Το επάγγελμά του είναι τελάλης, μεσίτης και ταχυδρόμος που εκτελεί παραγγελίες του μπέη και του πασά. Ωστόσο είναι ευγενικός, αξιοπρεπής και αξιόπιστος. Οικογενειάρχης, αν και δεν παρουσιάζεται αυτό ποτέ στη σκηνή, είναι πιο μορφωμένος κοινωνικά από τον Καραγκιόζη και γνωρίζοντας καλύτερα τον κόσμο προσπαθεί πάντα να διορθώνει τον φίλο του ή να τον δασκαλεύει.
 
Μπαρμπα - Γιώργος: Εκπροσωπεί τον βουνίσιο έλληνα, τον γνήσιο ρουμελιώτη που ο χαρακτήρας του παρέμεινε αδιάφθορος μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Είναι τύπος αγαθός, ηθικός και δυνατός. Καμαρώνει που είναι θείος του Καραγκιόζη και γι'αυτό του προσφέρει στοργικά την προστασία του.

Η τέχνη του καραγκιοζοπαίχτη Σήμερα

από μία συνέντευξη που δόθηκε από τον Δον Σάντσο Βουλτσίδη, στο κεντρικό πρόγραμμα της ΕΡΑ - Θεσσαλίας, στην δημοσιογράφο, Βίκυ Καμποτά, εν όψει των παραστάσεων του θρακικού θεάτρου Σκιών στον Βόλο, με πρόσκληση, του Κέντρου Μουσικού θεάτρου Βόλου, τον Ιούλιο του 2000).

Βίκυ Καμποτά : Στις παραστάσεις που δίνετε εδώ κύριε Βουλτσίδη, βλέπουμε να μαζεύετε πολύς κόσμος, γεμάτα καθίσματα... τι σημαίνει αυτό για το θέατρο σκιών;
Δον Σάντσο Βουλτσίδης : Το θέατρο σκιών τα τελευταία χρόνια είχε εκπέσει σ' ένα μπεϊμπι - πάρκινγκ, δηλαδή, ήξερε ο καθένας πώς θα πάει να παρκάρει το παιδί του μια ώρα και θα σηκωθεί να φύγει. Γι' αυτό, δεν φταίει ο κόσμος, απλά εμείς οι ίδιοι οι Καραγκιοζοπαίχτες συμβιβαστήκαμε μ' αυτό το ρόλο, να διασκεδάζουμε μόνο τα πολύ μικρά παιδιά, δεν βάλαμε καινούργιες ανησυχίες στην τέχνη μας, δεν δημιουργήσαμε καινούρια έργα, ώστε, όλοι - όπως ήταν παλιά - μεγάλοι - μικροί, διαβασμένοι - αδιάβαστοι να βλέπουν παραστάσεις Καραγκιόζη...
Η τέχνη μας τα τελευταία χρόνια, ξέπεσε, έπαθε έκπτωση, ένας κίνδυνος αυτός, δεύτερος κίνδυνος είναι το φολκλόρ . . . δηλαδή, δεν είναι παράδοση να κρατήσεις κάτι σαν μούμια, παράδοση είναι να δώσεις και καινούργια ζωή σ' αυτό που κάνεις, νο φολκλόρ . . ., οπότε ο Καραγκιοζάκος, ενώ ήταν με δοντάκια πάντοτε κι' έκανε σκληρή σάτιρα, έριχνε μπινελίκια, καλαμπούρια και τα λοιπά, έφτασε να είναι κάτι ακίνδυνο, που μπορεί η κάθε εξουσία να το χρησιμοποιεί και η κάθε εταιρεία να το αξιοποιεί. Αυτή τη στιγμή στην Αθήνα παίζεται ο χειρότερος Καραγκιόζης μόνο για πολύ μικρά.

Ο Καραγκιόζης στην Ελλάδα

Ο Καραγκιόζης δεν ήταν άγνωστος στην Ελλάδα πριν από την Απελευθέρωση. Μάλιστα λέγεται ότι, τον καιρό που ετοιμαζόταν η επανάσταση, το θέατρο αυτό χρησίμευε σαν τόπος συνάντησης των αρχηγών της που κατάστρωναν εκεί τα σχέδιά τους δίχως να τους υποψιαστούν οι Τούρκοι.
 
Παιζόταν, βέβαια, στην ελληνική γλώσσα αλλά αποτελούσε θέαμα ακατάλληλο, χυδαίο ενώ τα βασικά του στοιχεία ήταν τούρκικα. Επρόκειτο άλλωστε για θέατρο που περιόδευε από περιοχή σε περιοχή ξεκινώντας κυρίως από την Πόλη. Μετά την απελευθέρωση, ο Καραγκιόζης εγκαθίσταται μόνιμα στην Ελλάδα και από τις αρχές πλέον του 1900 μπορούμε να μιλάμε για καθαρά ελληνικό Καραγκιόζη.
 
ο 1924 ιδρύεται στην Ελλάδα το Σωματείο Ελλήνων Καραγκιοζοπαικτών που αποτελείτο από 120 μέλη, μαθητές του Μίμαρου, του Ρούλια και του Μέμου. Ιδρυτές του Σωματείου ήταν οι γνωστοί παλιοί καλλιτέχνες του θεάτρου σκιών, Σωτήρης Σπαθάρης και Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας. Από τους πιο γνωστούς καραγκιοζοπαίκτες και μέλη του Σωματείου ήταν οι: Ανδρέας Αγιομαυρίτης, Γιάννης Μώρος, Μάρκος Ξανθάκης ή Ξάνθος, Κώστας Νταμαδάκης, Χρήστος Χαρίδημος, Παναγιώτης Μιχόπουλος, Γιάννης Παπούλιας, Σπύρος Κούζαρος, Βασίλης Αγαπητός, Ντίνος Θεοδωρόπουλος, Βασίλης Αγαπητός, Βασίλαρος, Γιάννης Πρεβεζάνος, Λευτέρης Κελαρινόπουλος, Μήτσος Μανωλόπουλος και πολλοί άλλοι που εμπλούτισαν τον ελληνικό Καραγκιόζη με έργα και φιγούρες. Εκείνη την περίοδο και μέχρι το 1940 η τέχνη του Καραγκιόζη ήκμασε πολύ σε όλο τον ελληνικό χώρο. Η γερμανική κατοχή κατόπιν προκάλεσε την πρώτη κρίση του θεατρικού αυτού είδους, αλλά, παρ'όλα'αυτά δεν χάθηκε χάρη στον αγώνα των δημιουργών του.
 
Με την εισβολή του έγχρωμου κινηματογράφου ο Καραγκιόζης και η τέχνη του έτεινε να εκλείψει, ωστόσο η επίπονη και επίμονη προσπάθεια του αξιόλογου καλλιτέχνη Ευγένιου Σπαθάρη ξαναζωντάνεψε τον λαϊκό μας ήρωα. Σήμερα, η θεατρική αυτή παράδοση συνεχίζεται με ενδιαφέρον από διάφορους παίκτες σε όλη την Ελλάδα και οι θεατές εξακολουθούν να την δέχονται με μεγάλη αγάπη και απέραντη νοσταλγία. Πρόκειται για μια κληρονομιά πολύτιμη που δεν πρέπει να χαθεί και αξίζει γιατί ο ήρωάς της είναι ο καθρέφτης της γνήσιας ελληνικής ψυχής.

Ελληνικό Θέατρο Σκιών - Μια αστείρευτη Πηγή Λαϊκού Πολιτισμού

Ελληνικό Θέατρο Σκιών - Μια αστείρευτη Πηγή Λαϊκού Πολιτισμού
 
Το Θέατρο Σκιών, είναι μία ιδιαίτερη μορφή της θεατρικής τέχνης. Σύμφωνα με διασωθέντα γραπτά κείμενα, πρωτοεμφανίζεται στην Κίνα τον 11ο αιώνα μ.Χ., όταν ένα πρίγκιπας προκειμένου να καταπραΰνει τη θλίψη του από τον πρόωρο χαμό της αγαπημένης του γυναίκας, με την βοήθεια ενός φίλου του έφτιαξε μια φιγούρα της, χρησιμοποιώντας ένα κομμάτι δέρμα. Επίσης κατασκεύασε ένα τελάρο και πάνω του τέντωσε ένα κομμάτι ύφασμα. Το φώτισε από πίσω και είπε στο φίλο του ν' αρχίσει να κουνάει πάνω του τη φιγούρα της γυναίκας, μιμούμενος και τη φωνή της ...;
 
Ο Ελληνικός Καραγκιόζης αποτελεί συμπύκνωση του λαϊκού πνεύματος και εκφράζει εμπειρίες από την πολιτική και κοινωνική ζωή του λαού, με στόχο την ψυχαγωγία του. Χρησιμοποιώντας το λόγο τη μουσική και το τραγούδι, πίσω από τον μπερντέ, ο Καραγκιοζοπαίχτης με τον θίασό του (κολεγιά) δίνει ζωή στις φιγούρες του (κατασκευασμένες συνήθως από μοσχαρίσιο δέρμα, πλαστικό, ή χαρτόνι) παίζοντας έργα που το σενάριο τους είναι εμπνευσμένο από την ελληνική ιστορία και μυθολογία και τη σύγχρονη καθημερινή ζωή.
 
Το πότε, που και πως γεννήθηκε ο Ελληνικός Καραγκιόζης δεν είναι εξακριβωμένο αφού η ιστορία του βασίζεται μόνο σε προφορικές παραδόσεις. Δύο από αυτές είναι οι επικρατέστερες.
 
Η πρώτη θέλει τον Καραγκιόζη και τον Χατζηαβάτη υπαρκτά πρόσωπα, μαραγκό και εργολάβο οικοδομών αντίστοιχα, να κατασκευάζουν το σαράι του Πασά στα Προύσα. Το σαράϊ όμως αργούσε να τελειώσει και ο πασάς θεώρησε υπεύθυνο τον Καραγκιόζη επειδή συνέχεια έλεγε αστεία στους εργάτες και δεν του άφηνε να δουλεύουν. Γι' αυτό τον λόγο τον θανάτωσε. Ο λαός όμως ξεσηκώθηκε με αυτό τον άδικο σκοτωμό και ο πασάς για να τους κατευνάσει έχτισε ένα ωραίο μνημείο στην Προύσα κι έθαψε εκεί τον Καραγκιόζη με μεγάλες τιμές.
Μια μέρα ο Χατζηαβάτης έφτιαξε έναν Καραγκιόζη από δέρμα, τέντωσε ένα πανί (σε ένα ξύλινο πλαίσιο) που το φώτισε κι έδωσε την πρώτη παράσταση Καραγκιόζη. Ο πασάς ευχαριστήθηκε τόσο που του έδωσε άδεια να παίζει παραστάσεις όπου θέλει ...;..
 
Η δεύτερη αναφέρεται στην ιστορία ενός Ελληνα από την Υδρα του Γ.Μαυρομάτη, ο οποίος έφερε από την Κίνα το θέατρο σκιών και εγκαταστάθηκε στην Πόλη προσαρμόζοντας το θέατρο στα ήθη των Τούρκων. Ονόμασε τον πρωταγωνιστή του καρά-γκιοζ που στα τουρκικά σημαίνει μαυρομάτης. Θεωρείται ότι είχε βοηθό του το Γιάννη Μπράχαλη, τον πρώτο καλλιτέχνη που έφερε τον Καραγκιόζη στην Ελλάδα μεταξύ του 1850 και του 1860.
 
Οι πρώτες ιστορικά βεβαιωμένες πληροφορίες για το θέατρο του Καραγκιόζη εντοπίζονται στα μέσα του 17ου αιώνα και μας τον παρουσιάζουν να εκφράζει εικόνες από την ζωή των Τούρκων.
 
Από τις αρχές του 19ου αιώνα μπορούμε να μιλάμε για καθαρά Ελληνικό Καραγκιόζη που ξεκίνησε μάλιστα από την Ήπειρο, με κορυφαίο δημιουργό του τον ψάλτη Δ. Σαρδούνη ή Μίμαρο (1890). Συνεχιστές, βοηθοί και μαθητές του έργου του υπήρξαν ο Γ.Ρούλιας, ο Μ.Χριστοδούλου και ο Θ. Θεοδωρέλλος. Ο τελευταίος μάλιστα υπήρξε και ο δάσκαλος του Σωτήρη Σπαθάρη, πατέρας του Ευγένιου, ο οποίος, μαζί με τον πατέρα του, θεωρείται ο κορυφαίος καραγκιοζοπαίχτης που διέδωσε και διέσωσε το θέατρο σκιών του Καραγκιόζη στην Ελλάδα.
 
Ο χώρος του Θεάτρου Σκιών είναι ανεξάντλητος. Όσο τον προσεγγίζουμε θεωρητικά ή εικαστικά τόσο και μας αποκαλύπτεται με νέα δεδομένα. Το ελληνικό Θέατρο Σκιών είναι μια αστείρευτη πηγή λαϊκού πολιτισμού που ελκύει μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, λόγιους και μη. Έχει τον τρόπο να μαγεύει όλους, μα ιδιαίτερα τα παιδιά και όσους νιώθουν παιδιά ...;