Αλήθεια πόσο έχετε παίξει σαν παιδί;

Εγώ θα γυρίσω μερικές δεκαετίες πίσω ...
Σας λένε τίποτα οι λέξεις αμπάριζα, γερμανικό, τσιγκάκια, πεντόβολα, αμάδες ;
Ίσως να ξέρετε πιο καλά το τυφλό, το κυνηγητό, τις καρέκλες, βώλους και γκαζάκια;

Από τα πρώτα παιγνίδια μας ήταν το κρυφτό, που ούτε καν ξέραμε να μετρήσουμε μέχρι το δέκα αλλά μάθαμε απ' έξω και ανακατωτά το 'αμπεμπλόν του κιθεμπλόν αμπεμπλόν του κιθεμπλόν μπιμπλόν'. Αυτή ήταν η μονάδα μέτρησης του χρόνου και ανάλογα με τον χώρο, το λέγαμε από μία έως τρεις φορές. Ο πιο μικρός της παρέας έχανε πολύ αν δε ήταν και ψευδός αλίμονο του, οι άλλοι έβρισκαν τις καλύτερες κρυψώνες. Εκεί λοιπόν ο ένας με το πρόσωπο σε ένα τοίχο ή δέντρο ή με τα χέρια να κλείνουν τα μάτια, μέτραγε με τον τρόπο αυτό και μετά ξεκινούσε να ξετρυπώσει τους ...; εξαφανισμένους. Δεν ήταν τόσο απλό όμως, γιατί αν κάποιος προλάβαινε και πήγαινε στην έδρα (το μέρος που καθόταν αυτός που μετρούσε) έλεγε φτου ξελευθερία και έπρεπε πάλι ο δύστυχος να ξαναμετρήσει. Αν τους ξετρύπωνε όλους, ο πρώτος που θα έβρισκε θα έκανε το παιγνίδι αμέσως μετά.

Στην αμπάριζα χωριζόμαστε σε δύο ισάριθμες ομάδες, η κάθε ομάδα είχε την έδρα της που την ονομάζαμε Μάνα, που στην τότε περίπτωση ήταν κάποιος από τους υπεραιωνόβιους ευκαλύπτους του δρόμου μου. Είναι λίγο περίπλοκο να σας το περιγράψω αλλά θα προσπαθήσω.

Σκοπός του παιγνιδιού είναι ο ένας να ακουμπήσει τον άλλο, αλλά για να το κάνει αυτό θα πρέπει πιο πρόσφατα από τον άλλο να έχει ακουμπήσει την μάνα, να φωνάξει 'παίρνω αμπάριζα και βγαίνω' και μετά να προσπαθήσει να ακουμπήσει τον άλλο. Αν το καταφέρει ο άλλος γίνεται αιχμάλωτος της ομάδας και έτσι η ομάδα αυτή με παραπάνω παίκτη έχει πιο πολλές δυνατότητες να αιχμαλωτίσει όλες τους παίκτες και να καταστεί νικήτρια.

Η σβούρα, ήταν ξύλινη και στην κάτω άκρη είχε ένα μεταλλικό καρφί. Την σβούρα την γυρίζαμε με δύο τρόπους, ο επίσημος ήταν να την τυλίγουμε με ένα σχοινάκι ελλειπτικά και τραβώντας το απότομα να δώσουμε στην σβούρα την μεγαλύτερη δυνατή κίνηση. Συνήθως την σβούρα την παίζαμε στα μαρμάρινα σκαλιά του σπιτιού μας και όποιου η σβούρα έμενε πάνω στο σκαλί και γύριζε και πιο πολύ νικούσε.

To γερμανικό ή τα μήλα, ήταν παιγνίδι με μια μπάλα συνήθως πλαστική αγορασμένη από το περίπτερο.
Στο γερμανικό υπήρχαν δύο εξωτερικοί παίκτες και οι υπόλοιποι εσωτερικοί, οι εξωτερικοί προσπαθούσαν να σημαδέψουν τους μέσα παίκτες, χωρίς η μπάλα να σκάσει κάτω. Αν ο εσωτερικός παίκτης έπιανε την μπάλα, γινόταν αυτός εξωτερικός και αυτός που την έριξε εξωτερικός.

Τα τσιγκάκια ήταν καπάκια από μπύρες και πορτοκαλάδες. Κάναμε πολλά παιγνίδια με αυτά, το πιο σύνηθες ήταν να κάνουμε σε ένα ρείθρο ενός πεζοδρομίου μια ορισμένη απόσταση, με τα λιγότερα δυνατά κτυπήματα. Ο τρόπος που τα κτυπάγαμε ήταν με το δείκτη ή το μεσαίο δάκτυλο του χεριού, που το ασφαλίζαμε με τον αντίχειρα για την μεγαλύτερη δυνατή επιτάχυνση. Αν το τσιγκάκι έπεφτε κάτω ή έβγαινε εκτός ορίων το ξεκινάγαμε από την αρχή.

Οι μπίλιες (γκαζάκια ή γκαζές) ήταν από τα πιο αγαπημένα μας παιγνίδια, μιας και οι μπίλιες ήταν περιουσιακό το περιουσιακό μας στοιχείο. Αν κάποιος φίλος μας ξέμενε από μπίλιες, κάναμε έρανο και πρόσφερε ο καθένας ανάλογα με το πόσες είχε.
Οι μπίλες ήταν χωμάτινες (οι φτηνές) γυάλινες (οι καλές) αλλά υπήρχαν και οι μάνες που ήταν από πορσελάνη και ισοδυναμούσαν με δέκα ή παραπάνω μπίλιες.

Από τα αγαπημένα παιγνίδια σε κλειστούς χώρους ήταν η τυφλόμυγα.
Με κλήρωση κάποιος θα ήταν ο άτυχος, που του σκέπαζαν τα μάτια με ένα μαντήλι και αφού ήταν σίγουροι ότι δεν κρυφοβλέπει και δεν κλέβει, τον γύριζαν γύρω γύρω στον άξονα του και αυτός θα έπρεπε να πιάσει κάποιον και να καταλάβει ποιος είναι (εφ όσον η παρέα ήταν μεταξύ φίλων και γνωστών). Αν το ανακάλυπτε, αυτόν που έπιασε θα ήταν ο επόμενος ...; άτυχος.

Το μπιζ ήταν ένα καθαρά αγορίστικο παιγνίδι που ανάλογα με την ηλικία γινόταν και πιο ...; άγριο. Μετά από τις γνωστές κληρώσεις ο άτυχος έβαζε το ένα χέρι στην μασχάλη του άλλου χεριού με την παλάμη να βλέπει προς τα έξω. Με το άλλο χέρι σκέπαζε το αντίστοιχο μάτι. Τα παιδιά της παρέας θα τον χτυπούσαν στην παλάμη και θα έκαναν όλοι μαζί μπιζ με τους δείκτες των χεριών σηκωμένους και να στριφογυρίζουν. Αν έβρισκες ποιος ήταν έπαιρνε την θέση σου.
Στις μεγάλες ηλικίες τα κτυπήματα ήταν τόσο δυνατά που μερικές φορές ο χτυπημένος ...; απογειωνόταν.

και για να τα βγάζουμε μην ξεχνάμε τα φοβερά :

Ανέβηκα στην πιπεριά
να κόψω ένα πιπέρι
κ' η πιπεριά τσακίστηκε
και μου 'κοψε το χέρι,
δος μου το μαντιλάκι σου
το χρυσοκεντημένο,
να δέσω το χεράκι μου,
που είναι ματωμένο


άκατα μάκατα σούκουτου μπέ, άμπε φάμπε, ντόμινε άκατα νάκατα σούκουτου μπέ άμπε φάμπε, βγέ !


Α-μπε-μπα-μπόμ
του-κι-θε-μπλομ
α-μπε-μπα-μπόμ
του-κι-θε-μπλομ
μπλιμ-μπλομ

Σαν θα πας εκεί
στη Βόρεια Αμερική
θα δείς τον Ερμή
να παίζει μουσική
με το κόκκινο σκουφί
"Βγαίνεις" και τα "φυλάς"
όλα εσύ!


Ο Καρακατσάνης μπήκε στο τηγάνι
κι έσπασε τ' αυγά.
Γιατί Καρακατσάνη,
μπήκες στο τηγάνι
κι έσπασες τ' αυγά;
Φάε τώρα και απο μένα μια καρπαζιά.


Ανέβηκα σ΄ένα βουνό
Και είδα ένα γουρούνι
το κοίταξα καλά-καλά
και σου 'μοιαζε στη μούρη
γκο-γκο-γκο
σι-σι-σι
το γουρούνι είσαι 'σύ.