Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΗΣ ΜΕΓ. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ - 1η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Κάθε Κυριακή της Μ. Σαρακοστής έχει δύο θέματα, δύο νοήματα. Από το ένα μέρος η κάθε Κυριακή αποτελεί μέρος μιας συνέχειας στην οποία αποκαλύπτεται ο ρυθμός και η πνευματική <<διαλεκτική>> της Μ. Σαρακοστής. Από το άλλο μέρος, σύμφωνα με την πορεία της ιστορικής εξέλιξης της Εκκλησίας, σχεδόν κάθε Κυριακή της Σαρακοστής απόκτησε ένα δεύτερο θέμα.
Ετσι την Α΄ Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία γιορτάζει τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας.

Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Λέγεται Κυριακή της Ορθοδοξίας, γιατί γιορτάζουμε την αναστήλωση των αγίων Εικόνων και τον θρίαμβο της Ορθοδόξου Πίστεως κατά της φοβερής αιρέσεως των Εικονομάχων, των αιρετικών δηλαδή εκείνων που δεν εδέχοντο να τιμούν τις άγιες Εικόνες. Το <<Ωρολόγιο>> της Εκκλησίας γράφει: Για εκατό και πλέον χρόνια διαταράχθηκε η Εκκλησία με διωγμούς από κακοδόξους εικονομάχους. Πρώτος υπήρξε ο αυτοκράτορας Λέων ο Ίσαυρος και τελευταίος ο Θεόφιλος, ανδρας της αγίας Θεοδώρας, η οποία μετά το θάνατο του συζύγου της ανέλαβε την εξουσία και στερέωσε πάλι την Ορθοδοξία μαζί με τον Πατριάρχη Μεθόδιο. Η Βασίλισσα Θεοδώρα διακήρυξε δημόσια ότι ασπαζόμεθα τις Εικόνες, όχι λατρευτικά, ούτε ως Θεούς, αλλά ως εικόνες των αρχετύπων. Την πρώτη Κυριακή των νηστειών το έτος 843, η Θεοδώρα μαζί με το γιό της αυτοκράτωρα Μιχαήλ, λιτάνευσαν και ανεστήλωσαν τις άγιες εικόνες μαζί με τον κλήρο και το λαό. Από τότε εορτάζουμε κάθε χρόνο την ανάμνηση αυτού του γεγονότος γιατί καθωρίσθηκε οριστικά ότι δεν λατρεύουμε τις Εικόνες, αλλά τιμούμε και δοξάζουμε όλους τους Αγίους που εικονίζουν και λατρεύουμε μόνο τον εν Τριάδι Θεό. Τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα και κανένα άλλο είτε Άγιο είτε Άγγελο.
____________________
Υπάρχουν, είναι δυνατόν να υπάρχουν θαυματουργές Εικόνες;
Πολλοί Όρθόδοξοι Θεολόγοι αποδίδουν τα θαύματα μερικών Εικόνων όχι στις ίδιες Εικόνες, αλλά στη πίστη των ανθρώπων που προσεύχονται ενώπιόν των. Ότι η πίστη θαυματουργεί και η θερμή προσευχή, είτε μπροστά στις Εικόνες είτε όχι, αυτό είναι έξω από κάθε αμφιβολία. Αυτό όμως δεν είναι λόγος να αρνηθούμε ότι μερικές Εικόνες μπορούν να έχουν και οι ίδιες, θαυματουργική χάρη. Δεν είναι παράδοξο, αλλά πολύ φυσικό. Το Ευαγγέλιο αναφέρει ότι οι Απόστολοι θαυματουργούσαν όχι μόνο με τα χέρια τους, αλλά στο πέρασμά τους ακόμη και η σκιά τους! (Πραξ.ε΄,12-14). Ακόμα τα μανδήλια του Αποστόλου Παύλου, ριπτόμενα πάνω στους ασθενείς ή δαιμονισμένους, τους θεράπευαν! (Πραξ. ιθ΄, 12).
Ώστε όχι μόνο οι ίδιοι Απόστολοι είχαν θαυματουργικό χάρισμα, αλλά και αυτά τα αντικείμενα της προσωπικής τους χρήσεως. Η χάρις από το Θεό έφθανε μέχρι τα μανδήλια τους. Τι το παράδοξο λοιπόν να ευλογήσει ο Θεός ανθρώπους βαθειάς ταπεινώσεως, νηστείας, προσευχής τους ίδιους να θαυματουργούν ή και τα έργα αυτών, τις Εικόνες;

Πηγή: http://www.monipetraki.g
(Περίοδος Τριωδίου, Αρχ/της Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος)

Μεγάλη Σαρακοστή - Πορεία προς το Πάσχα


Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ' όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, «η Εορτή Εορτών». Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη».Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε με την προσπάθεια να καταλάβουμε αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη Σαρακοστή και το Πάσχα, γιατί αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για τη Χριστιανική πίστη και ζωή μας.

Αραγε είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε ότι το Πάσχα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια γιορτή, πολύ πέρα από μια ετήσια ανάμνηση ενός γεγονότος που πέρασε; Ο καθένας που, έστω και μια μόνο φορά, έζησε αυτή τη νύχτα «τη σωτήριο, τη φωταυγή και λαμπροφόρο», που γεύτηκε εκείνη τη μοναδική χαρά, το ξέρει αυτό.

Αλλά τι είναι αυτή η χαρά; Γιατί ψέλνουμε στην αναστάσιμη λειτουργία: «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια»; Με ποια έννοια «εορτάζομεν» - καθώς ισχυριζόμαστε ότι το κάνουμε - «θανάτου την νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν άλλης βιοτής της αιωνίου παρχήν...»;

Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση είναι: η νέα ζωή η οποία πριν από δυο χιλιάδες περίπου χρόνια «ανέτειλεν εκ του τάφου», προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μας δόθηκε τη μέρα που βαπτιστήκαμε, τη μέρα δηλαδή που όπως λέει ο Απ. Παύλος: «...συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).
[...]

Μήπως όμως δε χάνουμε πολύ συχνά και δεν προδίνουμε αυτή τη «νέα ζωή» που λάβαμε σαν δώρο, και στην πραγματικότητα ζούμε σαν να μην αναστήθηκε ο Χριστός και σαν να μην έχει νόημα για μάς αυτό το μοναδικό γεγονός; Και όλα αυτά εξαιτίας της αδυναμίας μας, της ανικανότητάς μας, και ζούμε σταθερά με «πίστη ελπίδα και αγάπη» στο επίπεδο εκείνο που μάς ανέβασε ο Χριστός όταν είπε: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού». Απλούστατα εμείς
ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε τόσο απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες μας και ακριβώς επειδή ξεχνάμε, αποτυχαίνουμε. Μέσα σ' αυτή τη λησμοσύνη, την αποτυχία και την
αμαρτία η ζωή μας γίνεται ξανά «παλαιά», ευτελής, σκοτεινή και τελικά χωρίς σημασία, γίνεται ένα χωρίς νόημα ταξίδι για ένα χωρίς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε να ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά, εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις «απολαύσεις της ζωής» μάς έρχεται τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεί κατά καιρούς να παραδεχόμαστε τις ποικίλες «αμαρτίες» μας και να τις εξομολογούμαστε, όμως εξακολουθούμε να μην αναφέρουμε τη ζωή μας σ' εκείνη τη νέα ζωή που ο Χριστός αποκάλυψε και μάς έδωσε. Πραγματικά ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, η αμαρτία όλων των αμαρτιών, η απύθμενη θλίψη και τραγωδία όλων των κατ' όνομα χριστιανών.


Αν το αναγνωρίζουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το Πάσχα και γιατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατί τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας και όλος ο κύκλος των ακολουθιών της υπάρχουν, πρώτα απ' όλα, για να μάς βοηθήσουν να ξαναβρούμε το όραμα και την γεύση αυτής της νέας ζωής, που τόσο εύκολα χάνουμε και προδίνουμε, και ύστερα να μπορέσουμε να μετανοήσουμε και να  ναγυρίσουμε στην Εκκλησία. Πώς είναι δυνατόν να αγαπάμε και να επιθυμούμε κάτι που δεν το ξέρουμε; Πώς μπορούμε να βάλουμε πάνω από καθετί άλλο στη ζωή μας κάτι που ποτέ δεν έχουμε δει και δεν έχουμε χαρεί; Με άλλα λόγια: πώς μπορούμε, πώς είναι δυνατόν να αναζητήσουμε μια Βασιλεία για την οποία δεν έχουμε ιδέα; Η λατρεία της Εκκλησίας ήταν από την αρχή και είναι ακόμα και τώρα η είσοδος και η επικοινωνία μας με τη νέα ζωή της Βασιλείας. Και στο κέντρο της λειτουργικής ζωής, σαν καρδιά της και μεσουράνημά της - σαν ήλιος που οι ακτίνες του διαπερνούν καθετί - είναι το Πάσχα. Το Πάσχα είναι η πόρτα, ανοιχτή κάθε χρόνο, που οδηγεί στην υπέρλαμπρη Βασιλεία του Χριστού, είναι η πρόγευση της αιώνιας χαράς που μάς περιμένει, είναι η δόξα της νίκης η οποία
από τώρα, αν και αόρατη, πλημμυρίζει όλη την κτίση: «νικήθηκε ο θάνατος».

Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, γι' αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή. Είναι το τέλος όλων αυτών που αποτελούν τα «παλαιά» και η αρχή της «νέας ζωής», μια συνεχής «διάβαση» από τον «κόσμο τούτο» στην Βασιλεία που έχει αποκαλυφτεί «εν Χριστώ».

Παρ' όλα αυτά η «παλαιά» ζωή, η ζωή της αμαρτίας και της μικρότητας, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί και ν' αλλάξει. Το Ευαγγέλιο περιμένει και ζητάει από τον άνθρωπο να κάνει μια προσπάθεια η οποία, στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα ο άνθρωπος, είναι ουσιαστικά απραγματοποίητη. Αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση. Το όραμα, ο στόχος, ο τρόπος της νέας ζωής είναι για μάς μια πρόκληση που βρίσκεται τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας!

Γι' αυτό, ακόμα και οι Απόστολοι, όταν άκουσαν τη διδασκαλία του Κυρίου Τον ρώτησαν απελπισμένα: «τις άρα δύναται σωθήναι;» (Ματθ. 19,26). Στ' αλήθεια δεν είναι καθόλου εύκολο ν' απαρνηθείς ένα ασήμαντο ιδανικό ζωής καμωμένο με τις καθημερινές φροντίδες, με την αναζήτηση των υλικών αγαθών, με την ασφάλεια και την απόλαυση και να δεχτείς ένα άλλο ιδανικό ζωής το οποίο βέβαια δεν στερείται καθόλου τελειότητας στο σκοπό του: «Γίνεσθε τέλειοι ως ο Πατήρ ημών εν ουρανοίς τέλειος εστίν». Αυτός ο κόσμος με όλα του τα «μέσα» μας λέει: να είσαι χαρούμενος, μην ανησυχείς, ακολούθα τον «ευρύ» δρόμο. Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέει: διάλεξε το στενό δρόμο, αγωνίσου και υπόφερε, γιατί αυτός είναι ο δρόμος για τη μόνη (genuine) αληθινή ευτυχία. Και αν η Εκκλησία δεν βοηθήσει πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτή τη φοβερή εκλογή; Πώς μπορούμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην υπέροχη υπόσχεση που μας δίνεται κάθε χρόνο το Πάσχα; Ακριβώς αυτή είναι η στιγμή που εμφανίζεται η Μεγάλη Σαρακοστή. Αυτή είναι η «χείρα βοηθείας» που απλώνει σε μάς η Εκκλησία. Είναι το σχολείο της μετάνοιας που θα μάς δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πάσχα όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν'
αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδό μας στο «νέο».

Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη διάρκεια της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο. Γιατί, αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που
συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο Βάπτισμα. Έτσι το Πάσχα για μάς είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο κάνουμε, στο βάπτισμά μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η  προετοιμασία μας γι' αυτή την επιστροφή - η αργή αλλά επίμονη προσπάθεια να  πραγματοποιήσουμε τελικά τη δική μας «διάβαση», το «Πάσχα» μας στη νέα εν Χριστώ ζωή. Το ότι, καθώς θα δούμε, οι ακολουθίες στη σαρακοστιανή λατρεία διατηρούν ακόμα και σήμερα τον
κατηχητικό και βαπτιστικό χαρακτήρα, δεν είναι γιατί διατηρούνται αρχαιολογικά» απομεινάρια, αλλά είναι κάτι ζωντανό και ουσιαστικό για μας. Γι' αυτό κάθε χρόνο η Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, μια ακόμη φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του τι γίναμε με τον «δια βαπτίσματος» μας θάνατο και την ανάσταση.

Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε - μακριά, πολύ μακριά - τον προορισμό. Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα, που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, Φως, και τη δική μας προσπάθεια μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στο ορίζοντα. «Μη καταισχύνης ημάς από της προσδοκίας ημών, Φιλάνθρωπε!»


Από το Βιβλίο
«Μεγάλη Σαρακοστή»
Αλέξανδρου Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας

Από την Σαρακοστή εως το Πάσχα

ΕΘΙΜΑ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
 
Σα  Σαρακοστή  ορίζεται το διάστημα των σαράντα  ημερών που  αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει  την  Κυριακή  των  Βαΐων. Για  τους  παλαιότερους  ήταν  ημέρες  αυστηρής  νηστείας. Είναι  παρήγορο  το  γεγονός  ότι  και  στις  ημέρες  μας  τηρείται  από  κάποιους  η  νηστεία  των  σαράντα  ημερών. Κατά  τη  διάρκεια  της  Σαρακοστής  οι  νοικοκυρές καθάριζαν και  ασβέστωναν  τα σπίτια  και  έκαναν  διάφορες  προετοιμασίες  για  το  Πάσχα.
 
ΕΘΙΜΑ ΛΑΖΑΡΟΣΑΒΒΑΤΟΥ-ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΒΑΪΩΝ
 
Ενδιαφέρον  παρουσιάζουν  και  τα  έθιμα  του  Λαζαροσάββατου καθώς  και  της  Κυριακής  των  Βαΐων στους  Προμάχους  και  τη Σωσάνδρα, μια και οι μέρες  αυτές αποτελούν προανάκρουσμα της Λαμπρής.
Το Σάββατο του Λαζάρου είναι ένα «νεκρολατρευτικό πανηγύρι» για τον ελληνικό λαό, καθώς και για όλους  τους Χριστιανούς, γιατί φέρνει στη μνήμη τους  την Ανάσταση του Λαζάρου, του φίλου του Χριστού. Χαρακτηριστικά είναι τα κάλαντα που τραγουδούσαν για το Λάζαρο οι χωρικοί, ανήμποροι να συμφιλιωθούν με την ιδέα του θανάτου:
 
«Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι».
 
Την ημέρα αυτή ήταν έντονη η ανάμνηση των «οικείων νεκρών» στον κάθε χριστιανό, μια ανάμνηση που δικαιολογούσε την επίσκεψη στα νεκροταφεία.
Το πρωί της Κυριακής των Βαΐων, ημέρα λήξης της Σαρακοστής, οι κάτοικοι των Προμάχων πήγαιναν στην εκκλησία με κλαδιά ελιάς ή δάφνης, τα οποία ευλογούσε ο παπάς και στη συνέχεια τα μοίραζε στους πιστούς. Το έθιμο, που ευτυχώς επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας, θυμίζει την υποδοχή του Χριστού με κλαδιά βάγιας, από το λαό των Ιεροσολύμων.
Στη Σωσάνδρα το Σάββατο του Λαζάρου οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία με λουλούδια. Αυτά τα μοίραζε ο παπάς την Κυριακή των Βαΐων στους παραβρισκόμενους.
Τα κορίτσια καλοντυμένα και κρατώντας καλάθια γυρνούσαν στα σπίτια και επειδή η Εκκλησία τη μέρα αυτή επιτρέπει το ψάρι, τραγουδούσαν τα παρακάτω  κάλαντα:
 
«Βάγια, βάγια των βαγιών,
 
τρώνε ψάρι και κολιό,
 
και την άλλη Κυριακή
 
τρώνε το ψημένο αρνί».
 
 
  Στη Σωσάνδρα τα κορίτσια μάζευαν στα καλάθια αλεύρι, ψάρια και κρεμμύδια, τα οποία πήγαιναν σε μια χήρα να τα μαγειρέψει. Επειδή το σπίτι της χήρας ήταν καθαρό, της έψελναν ευχές. Γύριζαν μετά το χωριό και μάζευαν, τώρα πια, αυγά για το Πάσχα. Στο μεταξύ η χήρα ζύμωνε το ψωμί και τηγάνιζε τα ψάρια που θα έτρωγαν το μεσημέρι οι κοπέλες.
 
ΕΘΙΜΑ  ΜΕΓΑΛΗΣ  ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ-ΠΑΣΧΑ

Ημέρες  πένθους  για  τα  πάθη  του  Χριστού  είναι  για  τους  Χριστιανούς  οι  ημέρες  της  μεγάλης  Εβδομάδας, της  «Εβδομάδας  των  Παθών». Παλαιότερα  μάλιστα  ακόμη  και  από  τις  καθημερινές  εκδηλώσεις  των  Προμαχιωτών  και  των  κατοίκων  της  Σωσάνδρας  απουσίαζε  κάθε  νότα  χαράς. Οι  άνθρωποι  νήστευαν  και  απέφευγαν  να κάνουν  πολλές  δουλειές. Το  ασβέστωμα  του  σπιτιού  φρόντιζαν  να  γίνεται  πριν  τη Μεγάλη  Εβδομάδα.
Το  βράδυ  της  Μεγάλης  Δευτέρας  εκκλησιάζονταν   με  ευλάβεια  οι  πιστοί, ενώ  το  βράδυ  της  Μεγάλης  Τρίτης, που  ψέλνονταν  ο  «Νυμφίος», ακούγονταν  και  το  συγκινητικό τροπάριο  της  Κασσιανής, ένα  από  τα  δημοφιλέστερα και  από  τα μεταγλωττισμένα  στις  περισσότερες  γλώσσες  τροπάρια  της  Βυζαντινής  Υμνογραφίας. Το  πρωί της Μεγάλης Τετάρτης πολλοί  μεταλάμβαναν. Μέχρι  το  βράδυ      πιστοί  και από τα δύο  χωριά  νήστευαν  ακόμη  και  από  ψωμί  και  από   νερό. Μόνο  όταν  άκουγαν  την  καμπάνα  έτρωγαν  κάτι  και  πήγαιναν  στην  Εκκλησία.
Στους  Προμάχους  οι  περισσότερες  νοικοκυρές  -τουλάχιστον  πιο  παλιά- έβαφαν  τα  αυγά  τη  Μεγάλη  Τετάρτη, οπότε  έψηναν και  τα  τσουρέκια. Το  τσουρέκι  καθιερώθηκε σαν  εξέλιξη  του πασχαλινού  ψωμιού που  έφτιαχναν  παλιότερα. Κάποιες    άφηναν  αυτές  τις  δουλειές  για  το  πρωί  της  Μεγάλης  Παρασκευής ενώ  στη  Σωσάνδρα  έβαφαν  και  βάφουν  τα  αυγά  το πρωί  της  Μεγάλης  Πέμπτης.
Αξιοσημείωτο  είναι  ότι  το  αυγό  και  στα  χριστιανικά  χρόνια  συμβολίζει  την  «ανανέωση  της  ζωής», ενώ  το κόκκινο  χρώμα  τους, χαρούμενο  και  ξορκιστικό  συγχρόνως, οφείλεται  στο  αίμα  του  «εβραϊκού  προβάτου» ή  στο  αίμα  του  Χριστού. Οι  οικογένειες  που  πενθούσαν  δεν  έβαφαν  αυγά, ενώ κάποιοι τα  έβαφαν με  φλούδες  από κρεμμύδι.
Τα  «Δώδεκα  Ευαγγέλια» άκουγαν  ευλαβικά  το  βράδυ  της  Μεγάλης  Πέμπτης  οι  χωρικοί. Στη  συνέχεια  διανυκτέρευαν  στην  εκκλησία κάποιες  μαυροφορεμένες  γυναίκες. Αυτές  έλεγαν  μοιρολόγια  για  το Χριστό  και  άφηναν  κάποιο  ρούχο  ή  κόσμημα κοντά  σε  μια  εικόνα,  για  να  «αγιαστεί». Το  πρωί  το  φορούσαν  πάλι. Αυτό  συνηθίζεται  και  σήμερα  σε  διάφορα  μέρη  της  Ελλάδας.
Το  πρωί  της  Μεγάλης  Παρασκευής  οι  γυναίκες  στόλιζαν  τον  Επιτάφιο. Οι πιστοί  μέχρι  το  απόγευμα  Τον  προσκυνούσαν  και  τοποθετούσε  ο   καθένας  πάνω  του  «ό,τι  είχε  ευχαρίστηση», ένα  κόκκινο αυγό, ένα  ζευγάρι  κάλτσες  ή  χρήματα. Επειδή  πρόκειται  για  την  πιο  ιερή  μέρα  της  εβδομάδας  αυτής, σταματούσε  κάθε  δουλειά  μέσα  στο  σπίτι, όπως  το  πλύσιμο, το  ράψιμο, το  κέντημα. Μια και το  πένθος  της  ημέρας  ήταν βαρύ    οι  γυναίκες  δε  μαγείρευαν  αυτό  το  μεσημέρι.
Σαν  αναπαράσταση  της  κηδείας  του  Χριστού, γινόταν  το βράδυ  η  περιφορά  του  Επιταφίου  στους  δρόμους  του  κάθε  χωριού. Η  πένθιμη  ατμόσφαιρα  της  ημέρας  δικαιολογούσε  και  τη  θύμηση  των  νεκρών καθώς  και  την  επίσκεψη  στα  νεκροταφεία. Το  εγκώμιο της  Παναγίας  προς  το  Χριστό «ώ  γλυκύ  μου  έαρ...», που  ακουγόταν  το  βράδυ  αυτό, συγκινούσε  βαθύτατα, καθώς  παραπέμπει  στο  μοιρολόι κάθε  χαροκαμένης  μάνας. Μαυροφορεμένες  κοπέλες, που  θυμίζουν  τις  «Μυροφόρες»  του  Χριστού, «έραιναν» τον  επιτάφιο  με  ροδοπέταλα από  το  ψάθινο  καλάθι  τους. Όσοι  επέστρεφαν  από  την  εκκλησία  έπαιρναν  κάποιο λουλούδι, αφού  περνούσαν  κάτω  από  τον  επιτάφιο.
Οι  νοικοκυρές  ετοίμαζαν  τη  μαγειρίτσα  το  πρωί  του Μεγάλου  Σαββάτου  και  οι  άνδρες  έσφαζαν  το  αρνί που  θα  σούβλιζαν  την  Κυριακή.
Λίγο  πριν  τα  μεσάνυχτα  πήγαιναν οι άνθρωποι στην  Εκκλησία. Το  «ιερό  φως» έπαιρνε  καθένας  από  τη  λαμπάδα  αυτού  που  νόμιζε  ότι  θα  του  φέρει  τύχη. Ήταν  η  νύχτα  της  Ανάστασης  του  Χριστού. «Χριστός  Ανέστη», έψελνε  ο  ιερέας  και  αυτό  το  χαρμόσυνο  μήνυμα  έφερνε  χαρά, αγάπη και  συμφιλίωση. Οι  άνθρωποι  αντάλλαζαν  ευχές  και  φιλιά  και  τσούγκριζαν  αυγά. Το αυγό του τυχερού έμενε στο εικονοστάσι μέχρι το επόμενο Πάσχα.
Κάθε  οικογένεια  φρόντιζε  να «σταυρώσει» με  το  άγιο  φως  μιας  λαμπάδας  την  εξώπορτα  του  σπιτιού  της  τρεις  φορές  και  να  ανάψει  το  καντήλι. Έπειτα  έτρωγε  όλη  η  οικογένεια  τη  μαγειρίτσα  μετά  τη  νηστεία  που  είχε  προηγηθεί.  Το πρωί  της  Κυριακής  εκκλησιάζονταν  οι  Χριστιανοί  και  κάποιοι  μεταλάμβαναν. Το  αρνί  το  σούβλιζαν  σε  ατμόσφαιρα  έντονης  χαράς. «Λαμπρή  εορτή  και  πανήγυρις»  λέγονταν  από  το λαό  η  ημέρα  του  Πάσχα  και  γι' αυτό  έχει  καθιερωθεί  να  λέγεται  «Λαμπρή». Ακολουθούσε  το  πλούσιο  γεύμα, που  συνοδεύονταν  από  κρασί  ή  τσίπουρο.
Κάποιες  γιαγιάδες  Προμαχιώτισσες  θυμούνται  ότι  πολλοί  παντρεμένοι  φορούσαν  τα  ρούχα  του  γάμου  τους  και  οι  ελεύθεροι  ρούχα  με  κυρίαρχο  το  άσπρο  χρώμα, επειδή  όλα  ήταν γιορτινά. Το  βράδυ  χόρευαν  στην  πλατεία  των  χωριών.
Ανανεωμένοι  από  τις  γιορτές  του  Πάσχα,  οι  χωρικοί  επιδίδονταν  με  περισσότερη  δύναμη και μεράκι στη  βιοπάλη. Παρήγορο  είναι  ότι  τα  περισσότερα  πασχαλινά  έθιμα  εξακολουθούν  να  τηρούνται  τόσο  στη  Σωσάνδρα  όσο  και  στους  Προμάχους.